στο λεξικό PONS
αυτί
αυτί s. αφτί
αφτί [afˈti] SUBST ουδ
1. αφτί (όργανο):
- αφτί
- Ohr ουδ
- λέω κάτι στ' αφτί κάποιου (κάτι μυστικό)
- jdm etw ins Ohr flüstern
- είμαι όλος αφτιά
- ganz Ohr sein
- ανοίγω τ' αφτιά μου
- die Ohren aufsperren
- τεντώνω τ' αφτιά μου
- die Ohren spitzen
- βάζω/στήνω αφτί (κρυφακούω)
- lauschen
- τραβώ τ' αφτιά κάποιου και μτφ
- jdm die Ohren lang ziehen
- τρώω/ζαλίζω τ' αφτιά κάποιου
- jdm die Ohren vollreden
- ό,τι και να του πεις, από το 'να αφτί μπαίνει κι από τ' άλλο βγαίνει
- was du ihm auch sagst, es geht zum einen Ohr hinein, zum anderen wieder hinaus
- έφτασε στ' αφτιά μου ότι …
- mir ist zu Ohren gekommen, dass …
- πήρε τ' αφτί μου ότι …
- ich hab gehört, dass …
- κάτι πήρε το αφτί μου
- ich habe davon etwas gehört
- δεν πίστευα στ' αφτιά μου
- ich traute meinen Ohren nicht
- κοκκινίζω ως τα αφτιά
- rot wie eine Tomate werden
- είναι χρεωμένος ως τ' αφτιά
- er steckt bis über die Ohren in Schulden
- γελούσαν και τ' αφτιά του
- er strahlte von einem Ohr (bis) zum anderen
- δεν ιδρώνει το αφτί του
- es geht bei ihm zum einen Ohr hinein, zum anderen wieder hinaus
- οι τοίχοι έχουν αφτιά
- die Wände haben Ohren
- χαϊδεύω τ' αφτιά κάποιου
- jdm Honig um den Bart schmieren
- πεταχτά αφτιά
- Segelohren ουδ πλ
- εξωτερικό αφτί
- äußeres Ohr ουδ
- μέσο αφτί
- Mittelohr ουδ
- εσωτερικό αφτί
- Innenohr ουδ
- αφτί της θάλασσας
- Meerohr ουδ
2. αφτί (ακοή):
- αφτί
- Gehör ουδ
- έχω καλό αφτί
- ein gutes Gehör haben
- παίζω με τ' αφτί (μουσική)
- nach dem Gehör spielen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.