στο λεξικό PONS
αγάπη [aˈɣapi] SUBST θηλ
1. αγάπη (γενικά):
- αγάπη για
- Liebe θηλ zu
- από αγάπη για
- aus Liebe zu …
- κάνω κάτι από αγάπη
- etw aus Liebe tun
- αγάπη μου!
- Schatz/Liebling!
- αγάπη προς τον πλησίον
- Nächstenliebe θηλ
- αδελφική αγάπη
- Geschwisterliebe θηλ
- μητρική αγάπη
- Mutterliebe θηλ
- πλατωνική αγάπη
- platonische Liebe θηλ
- πρώτη αγάπη
- erste Liebe θηλ
- πρώτη αγάπη
- Jugendliebe θηλ
- πρώτη αγάπη δεν ξεχνιέται
- alte Liebe rostet nicht
- κάνω αγάπη με κάποιον (συμφιλιώνομαι)
- sich mit jdm versöhnen
2. αγάπη (στοργή):
- αγάπη
- Zuneigung θηλ
- κερδίζω την αγάπη κάποιου
- jds Zuneigung gewinnen
3. αγάπη (ερωτοδουλειά):
- αγάπη
- Liebesaffäre θηλ
αγάπη SUBST
- αγάπη μου
- mein Liebchen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αγάπη μου!
- Schatz/Liebling!
- πλατωνική αγάπη
- platonische Liebe
- αδελφική αγάπη
- Geschwisterliebe θηλ
- μητρική αγάπη
- Mutterliebe θηλ
- πρώτη αγάπη
- erste Liebe θηλ