στο λεξικό PONS
ακατοίκητ|ος <-η, -ο> [akaˈticitɔs] ΕΠΊΘ
1. ακατοίκητος (που δεν κατοικείται):
- ακατοίκητος
- unbewohnt
2. ακατοίκητος (ακατάλληλος για κατοικία):
- ακατοίκητος
- unbewohnbar
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.