στο λεξικό PONS
κλειστ|ός <-ή, -ό> [klisˈtɔs] ΕΠΊΘ
1. κλειστός (γενικά):
- κλειστός
- geschlossen
- με κλειστά μάτια
- mit geschlossenen Augen
- αυτό το κάνω με κλειστά μάτια
- das mache ich mit links
- ο δρόμος είναι κλειστός στην κυκλοφορία
- die Straße ist für den Verkehr gesperrt
- το φαρμακείο είναι κλειστό
- die Apotheke hat geschlossen
- κλειστό(ν) (σε πινακίδα)
- geschlossen
2. κλειστός (στροφή):
- κλειστός
- scharf
3. κλειστός (από χαρακτήρα):
- κλειστός
- verschlossen
- κλειστός τύπος
- verschlossener Typ/Charakter αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κλειστός τύπος
- verschlossener Typ/Charakter αρσ
- κλειστός τελεστής
- abgeschlossener Operator αρσ
- ο δρόμος είναι κλειστός στην κυκλοφορία
- die Straße ist für den Verkehr gesperrt