στο λεξικό PONS
εισ|άγω <-ήγαγα, -άχθηκα, -αγμένος> [iˈsaɣɔ] VERB μεταβ
1. εισάγω (νόμισμα, νέες μεθόδους):
- εισάγω
- einführen
2. εισάγω (προϊόντα):
- εισάγω
- importieren, einführen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εισάγω ένα νόμο
- ein Gesetz einführen
- υποβάλλω/εισάγω ένα σχέδιο νόμου
- einen Gesetzentwurf vorlegen/einbringen