στο λεξικό PONS
I. γνωστ|ός <-ή, -ό> [ɣnɔsˈtɔs] ΕΠΊΘ
- γνωστός
- bekannt
- είναι γνωστό ότι …
- es ist bekannt, dass …
- έγινε γνωστό ότι …
- es ist bekannt geworden, dass …
- γίνομαι γνωστός
- bekannt werden
- είναι γνωστό για το καλό κρασί του
- es ist für seinen guten Wein bekannt
- είναι γνωστός στην αστυνομία
- er ist der Polizei bekannt
- η μουσική του δε μου είναι γνωστή
- seine Musik ist mir nicht bekannt
- το …, ως γνωστό, είναι ένα …
- das … ist bekanntlich ein …
- γνωστός και μη εξαιρετέος ειρων
- nur allzu bekannt
II. γνωστ|ός <-ή, -ό> [ɣnɔsˈtɔs] SUBST αρσ/θηλ
- γνωστός
- Bekannte(r) mf
- ένας παλιός μου γνωστός
- ein alter Bekannter αρσ von mir
- ένας κοινός γνωστός
- ein gemeinsamer Bekannter αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γίνομαι γνωστός
- bekannt werden
- είναι γνωστός στην αστυνομία
- er ist der Polizei bekannt
- γνωστός και μη εξαιρετέος ειρων
- nur allzu bekannt
- ένας παλιός μου γνωστός
- ein alter Bekannter αρσ von mir
- ένας κοινός γνωστός
- ein gemeinsamer Bekannter αρσ