στο λεξικό PONS
παρ|ών <-ούσα, -όν> [paˈrɔn] ΕΠΊΘ
1. παρών (παραβρισκόμενος):
- παρών
- anwesend
- πανταχού παρών
- allgegenwärtig
- προς το παρόν
- momentan, zurzeit
- Καραγιάννης; - παρών!
- Karajannis? - hier!
2. παρών (που έχουμε στα χέρια μας):
- παρών
- vorliegend
- το παρόν βιβλίο …
- das vorliegende Buch …
- δια του παρόντος … (σε έγγραφο)
- hiermit …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- Καραγιάννης; - παρών!
- Karajannis? - hier!
- πανταχού παρών
- allgegenwärtig
- παρών κίνδυνος
- gegenwärtige Gefahr θηλ