στο λεξικό PONS
προσελκύ|ω <-σα, -στηκα, -σμένος> [prɔsɛlˈciɔ] VERB μεταβ και μτφ
- προσελκύω
- anziehen
- προσελκύω την προσοχή κάποιου
- jds Aufmerksamkeit auf sich ziehen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προσελκύω την προσοχή κάποιου
- jds Aufmerksamkeit auf sich ziehen