στο λεξικό PONS
χαριτωμέν|ος <-η, -ο> [xaritɔˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
1. χαριτωμένος (πρόσωπο, κινήσεις):
- χαριτωμένος
- anmutig
2. χαριτωμένος (μικρό παιδάκι):
- χαριτωμένος
- süß
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- χαρίζει
- χαρίζω
- χάρισμα
- χαρισματικός
- χαριστικός
- χαριτωμένος
- χάρμα
- χαρμάνι
- χαρμοσύνη
- χαρμόσυνος
- χάρντγουερ