στο λεξικό PONS
άλμα [ˈalma] SUBST ουδ
- άλμα
- Sprung αρσ
- άλμα εις/σε μήκος
- Weitsprung αρσ
- άλμα εις/σε ύψος
- Hochsprung αρσ
- άλμα επί κοντώ
- Stabhochsprung αρσ
- άλμα τριπλούν
- Dreisprung αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- άλμα ουδ κερδοφορίας
- Gewinnsprung αρσ
- άλμα τριπλούν
- Dreisprung αρσ
- άλμα ουδ επί κοντώ
- Stabhochsprung αρσ
- άλμα εις/σε μήκος
- Weitsprung αρσ
- άλμα εις/σε ύψος
- Hochsprung αρσ