στο λεξικό PONS
λόγος [ˈlɔɣɔs] SUBST αρσ
1. λόγος ΦΙΛΟΣ:
- λόγος
- Logos αρσ
2. λόγος (ό,τι λέγεται):
- λόγος
- Wort ουδ
- λέω έναν καλό λόγο για κάποιον
- ein gutes Wort für jdn einlegen
- λαμβάνω/λαβαίνω το λόγο
- das Wort ergreifen
- δίνω το λόγο μου σε κάποιον
- jdm sein Wort geben
- απευθύνω το λόγο σε κάποιον
- sein Wort an jdn richten
- ο λόγος του περνάει,
- sein Wort zählt
- για του λόγου το αληθές
- als Beleg
- ούτε λόγος να γίνεται (δεν υπάρχει αμφιβολία)
- das ist gar kein Thema
- κρατώ/τηρώ το λόγο μου
- sein Wort halten
- αθετώ το λόγο μου
- sein Wort brechen
- κάνω λόγο για κάτι
- etw ansprechen
- εμένα δε μου πέφτει λόγος
- das ist nicht meine Sache
- ποιος έχει το λόγο εδώ; (ποιος είναι το αφεντικό)
- wer hat hier das Sagen?
- λόγου χάρη
- zum Beispiel
- όπως λέει ο λόγος
- wie man so sagt
- χωρίς δεύτερο λόγο (αμέσως)
- sofort
- κατά πρώτο λόγο
- in erster Linie
- κατά δεύτερο λόγο
- zweitens
- λόγος τιμής
- Ehrenwort ουδ
- λόγω τιμής!
- Ehrenwort!
- ο λόγος του Θεού
- Wort ουδ Gottes
3. λόγος (γλώσσα):
- λόγος
- Sprache θηλ
4. λόγος (αγόρευση):
- λόγος
- Rede θηλ
- βγάζω λόγο για κάτι
- eine Rede über etw αιτ halten
- δικανικός λόγος
- Plädoyer ουδ
5. λόγος ΓΛΩΣΣ:
- ευθύς/πλάγιος λόγος
- direkte/indirekte Rede θηλ
6. λόγος (αιτία):
- λόγος
- Grund αρσ
- για ποιο λόγο;
- aus welchem Grund?
- γι' αυτό το λόγο
- aus diesem Grund
- για τον άλφα ή βήτα λόγο
- aus irgendeinem Grund
- για προσωπικούς λόγους
- aus persönlichen Gründen
- για διάφορους λόγους
- aus verschiedenen Gründen
- για λόγους υγείας
- aus gesundheitlichen Gründen
- δεν υπάρχει λόγος να πάμε (εκεί)
- es gibt keinen Grund, dorthin zu gehen
- δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούμε
- es gibt keinen Grund zur Beunruhigung
- ένας λόγος παραπάνω να μην πάω
- ein Grund mehr, nicht hinzugehen
- χωρίς λόγος
- grundlos, ohne Grund
- χωρίς λόγο και αιτία
- ohne irgendeinen Grund
- χωρίς εμφανή λόγο
- ohne erkennbaren Grund
- κύριος λόγος
- Hauptgrund αρσ
- λόγος ύπαρξης
- Daseinsberechtigung θηλ
- λόγος ύπαρξης
- Existenzberechtigung θηλ
7. λόγος (λογικό):
- λόγος
- Vernunft θηλ
επικήδειος (λόγος) [ɛpiˈciðiɔs (ˈlɔɣɔs)] SUBST αρσ
- επικήδειος (λόγος)
- Grabrede θηλ
ο περί ου ο λόγος
- ο περί ου ο λόγος
- von dem die Rede ist, vom Besagten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- λόγος αρσ σύλληψης
- Festnahmegrund αρσ
- λόγος αρσ κράτησης
- Haftgrund αρσ
- λόγος αρσ συσχέτισης
- Korrelationsverhältnis ουδ
- λόγος αρσ συμπίεσης
- Verdichtungsverhältnis ουδ
- λόγος αρσ αναίρεσης
- Revisionsgrund αρσ