στο λεξικό PONS
καθηγητής (καθηγήτρια) [kaθijiˈtis, kaθiˈjitria] SUBST αρσ/θηλ (θηλ)
1. καθηγητής ΣΧΟΛ:
- καθηγητής (καθηγήτρια)
- Lehrer(in) αρσ (θηλ)
2. καθηγητής ΠΑΝΕΠ (στον ανώτατο βαθμό):
- καθηγητής (καθηγήτρια)
- Professor(in) αρσ (θηλ)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επίτιμος καθηγητής, επίτιμη καθηγήτρια (πανεπιστημίου)
- Honorarprofessor αρσ