στο λεξικό PONS
γλύκα [ˈɣlika] SUBST θηλ
1. γλύκα (γλυκάδα):
- γλύκα
- Süße θηλ
2. γλύκα μτφ (χάρη):
- γλύκα
- Lieblichkeit θηλ
3. γλύκα μτφ (απαλότητα):
- γλύκα
- Milde θηλ
ιδιωτισμοί:
- τι γλύκα είναι αυτό το μωρό!
- wie süß dieses Baby ist!
- γλύκα μου! (προς αγαπητικιά)
- Liebchen!
- είσαι σκέτη γλύκα
- du bist süß wie Honig
- βλέπω/καταλαβαίνω τη γλύκα ειρων
- sehen, wie schön das/es ist
- είμαι όλο γλύκες με κάποιον
- ganz nett und lieb zu jdm sein
γλυκά SUBST
- γλυκά κουταλιού ουδ πλ
- Sirupfrüchte θηλ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γλύκα μου! (προς αγαπητικιά)
- Liebchen!
- όνειρα γλυκά!
- träum was Schönes!
- του αρέσουν τα γλυκά
- er isst gern Süßes
- είσαι σκέτη γλύκα
- du bist süß wie Honig
- βλέπω/καταλαβαίνω τη γλύκα ειρων
- sehen, wie schön das/es ist