στο λεξικό PONS
I. κοκκινί|ζω <-σα, -σμένος> [kɔciˈnizɔ] VERB αμετάβ
1. κοκκινίζω (γίνομαι κόκκινος):
- κοκκινίζω
- rot werden
2. κοκκινίζω (πρόσωπο):
- κοκκινίζω
- rot werden, erröten
II. κοκκινί|ζω <-σα, -σμένος> [kɔciˈnizɔ] VERB μεταβ
1. κοκκινίζω (βάφω):
- κοκκινίζω
- rot färben
2. κοκκινίζω (κρέας):
- κοκκινίζω
- anbraten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κοκκινίζω ως τα αφτιά
- rot wie eine Tomate werden