στο λεξικό PONS
σπεύ|δω <-σα> [ˈspɛvðɔ] VERB αμετάβ
- σπεύδω στο σταθμό
- zum Bahnhof eilen
- σπεύδω να κάνω κάτι
- sich beeilen, etw zu tun
- σπεύδω σε βοήθεια κάποιου
- jdm zu Hilfe eilen
- σπεύδε βραδέως παροιμ
- eile mit Weile
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σπεύδω να κάνω κάτι
- sich beeilen, etw zu tun
- σπεύδω σε βοήθεια κάποιου
- jdm zu Hilfe eilen
- σπεύδω στο σταθμό
- zum Bahnhof eilen