στο λεξικό PONS
καταραμέν|ος <-η, -ο> [kataraˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
- καταραμένος
- verflucht
- καταραμένε!
- du verdammter Schuft!
- καταραμένη η μέρα που …!
- dieser verdammte Tag, an dem …!
- οι καταραμένοι ποιητές
- die verfemten Dichter αρσ πλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.