στο λεξικό PONS
καθορί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [kaθɔˈrizɔ] VERB μεταβ
1. καθορίζω (προσδιορίζω):
- καθορίζω
- festsetzen, festlegen
2. καθορίζω (χαρακτηρίζω, δηλώνω):
- καθορίζω
- bestimmen
- ο χαρακτήρας του καθορίζεται από …
- sein Charakter wird durch … bestimmt
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.