στο λεξικό PONS
I. σταματ|ώ <-άς, -ησα, -ημένος> [stamaˈtɔ] VERB μεταβ
1. σταματώ (παύω):
- σταματώ
- aufhören
- σταμάτα να λες ανοησίες
- hör auf, Unsinn zu reden
- σταματήστε τη φασαρία
- hört mit dem Lärm auf
- σταμάτα πια!
- hör endlich auf!
2. σταματώ (δεν αφήνω να συνεχίσει):
- σταματώ
- anhalten
- τον σταμάτησε η αστυνομία
- die Polizei hat ihn angehalten
3. σταματώ (σβήνω: μηχανή κτλ):
- σταματώ
- abschalten
II. σταματ|ώ <-άς, -ησα, -ημένος> [stamaˈtɔ] VERB αμετάβ
1. σταματώ (παύω να προχωρώ: πεζός, όχημα):
- σταματώ
- anhalten, stehen bleiben
2. σταματώ (δε συνεχίζω):
- σταματώ
- aufhören
- σταμάτησαν να παραπονιούνται
- sie haben aufgehört, sich zu beschweren
- η βροχή σταμάτησε
- der Regen hat aufgehört
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.