στο λεξικό PONS
κινητικ|ός <-ή, -ό> [cinitiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. κινητικός:
- κινητικός
- Bewegungs-
2. κινητικός ΦΥΣ:
- κινητικός
- kinetisch
- κινητική ενέργεια
- kinetische Energie θηλ
- κινητική ενέργεια
- Bewegungsenergie θηλ
- κινητική τριβή
- kinetische Reibung θηλ
- κινητική τριβή
- Bewegungsreibung θηλ
- κινητική θεωρία θηλ των αερίων
- kinetische Gastheorie θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κινητικός νευρώνας
- motorisches Neuron ουδ