στο λεξικό PONS
ωράριο [ɔˈrariɔ] SUBST ουδ
1. ωράριο (εργασίας):
- ωράριο
- Arbeitszeit θηλ
- ωράριο εργασίας
- Arbeitszeit θηλ
- ελαστικό ωράριο
- gleitende/flexible Arbeitszeit θηλ
2. ωράριο (μαθημάτων):
- ωράριο
- Stundenplan αρσ
ωράριο εργασίας
- ωράριο εργασίας
- die Arbeitszeit,-en
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ελαστικό ωράριο
- gleitende/flexible Arbeitszeit θηλ
- ωράριο εργασίας
- Arbeitszeit θηλ