στο λεξικό PONS
κατεύθυνσ|η <-εις> [kaˈtɛfθinsi] SUBST θηλ
- κατεύθυνση
- Richtung θηλ
- σε ποια κατεύθυνση;
- in welche Richtung?
- απ' αυτή την κατεύθυνση
- aus dieser Richtung
- προς όλες τις κατευθύνσεις
- in alle Richtungen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κατεύθυνση θηλ ανέμου
- Windrichtung θηλ
- αντίθετη κατεύθυνση
- Gegenrichtung θηλ
- απ' αυτή την κατεύθυνση
- aus dieser Richtung
- σε ποια κατεύθυνση;
- in welche Richtung?
- αλλάζω την κατεύθυνση της κυκλοφορίας
- den Verkehr umleiten