στο λεξικό PONS
υψηλ|ός [ipsiˈlɔs], ψηλ|ός [psiˈlɔs] <-ή, -ό> ΕΠΊΘ
1. υψηλός (κτήριο, φωνή, πίεση, επίπεδο):
- υψηλός
- hoch
- ψηλά τα χέρια!
- Hände hoch!
- βλέπω κάποιον αφ' υψηλού
- jdn von oben herab betrachten
- υψηλή τάση
- Hochspannung θηλ
- υψηλή τεχνολογία
- Hochtechnologie θηλ
- υψηλή τεχνολογία
- Hightech ουδ o θηλ
2. υψηλός (άνθρωπος):
- υψηλός
- groß
3. υψηλός μτφ (ανώτερος, ευγενής):
- υψηλός
- erhaben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υψηλός πληθωρισμός
- hohe Inflation θηλ
- υψηλός τυρφώνας
- Hochmoor ουδ