στο λεξικό PONS
ανήκω [aˈnikɔ] VERB αμετάβ nur präs und imperf
1. ανήκω (αποτελώ μέρος συνόλου):
- ανήκω σε
- gehören zu
- αυτό ανήκει στο ποδήλατο
- das gehört zum Fahrrad
- ανήκω στο παρελθόν
- der Vergangenheit δοτ angehören
2. ανήκω (είμαι κτήμα):
- ανήκω σε κάποιον
- gehören jdm
- αυτό σε ποιον ανήκει;
- wem gehört das?
- αυτό ανήκει σε μένα
- das gehört mir
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ανήκω στο παρελθόν
- der Vergangenheit δοτ angehören