στο λεξικό PONS
- ενοποιημένος ισολογισμός
- konsolidierte Bilanz θηλ
- konsolidiert
- ενοποιημένος
- nicht konsolidiert
- μη ενοποιημένος
- Konzernumsatz
- ενοποιημένος κύκλος αρσ εργασιών
- konsolidierte Konzernbilanz
- ενοποιημένος ισολογισμός συγκροτήματος
- konsolidierter Umsatz
- ενοποιημένος κύκλος εργασιών