στο λεξικό PONS
διαιρ|ώ <-είς, -εσα, -έθηκα, -εμένος> [ðiɛˈrɔ] VERB μεταβ
1. διαιρώ (χωρίζω):
- διαιρώ
- teilen
- διαιρώ κάτι σε τρία μέρη
- etw in drei Teile teilen
- διαίρει και βασίλευε
- divide et impera
2. διαιρώ ΜΑΘ:
- διαιρώ
- teilen, dividieren
- διαιρώ το 20 με το 5
- 20 durch 5 teilen/dividieren
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διαιρώ κάτι σε τρία μέρη
- etw in drei Teile teilen
- διαιρώ το 20 με το 5
- 20 durch 5 teilen/dividieren