στο λεξικό PONS
ανεκτ|ός <-ή, -ό> [anɛkˈtɔs] ΕΠΊΘ
1. ανεκτός (υποφερτός):
- ανεκτός
- erträglich, tragbar
2. ανεκτός (καλούτσικος):
- ανεκτός
- passabel
3. ανεκτός (επιτρεπτός):
- ανεκτός
- zulässig
4. ανεκτός (ευπρόσδεκτος):
- ανεκτός
- willkommen
- δεν είσαι ανεκτός σ' αυτό το σπίτι
- in diesem Haus bist du nicht willkommen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δεν είσαι ανεκτός σ' αυτό το σπίτι
- in diesem Haus bist du nicht willkommen