στο λεξικό PONS
παράθυρο [paˈraθirɔ] SUBST ουδ
- παράθυρο
- Fenster ουδ
- διπλό παράθυρο
- Doppelfenster ουδ
- τριγωνικό παράθυρο (στο αυτοκίνητο)
- Dreiecksfenster ουδ
- χωρίς παράθυρα
- fensterlos
- χωρίς παράθυρα
- ohne Fenster
- γαλαξιακό παράθυρο ΦΥΣ
- galaktisches Fenster ουδ
- γεωλογικό παράθυρο
- geologisches Fenster ουδ
- οπτικό παράθυρο ΦΥΣ
- optisches Fenster ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γαλαξιακό παράθυρο ΦΥΣ
- galaktisches Fenster ουδ
- οπτικό παράθυρο ΦΥΣ
- optisches Fenster ουδ
- γεωλογικό παράθυρο
- geologisches Fenster ουδ
- δίφυλλο παράθυρο
- Fenster ουδ mit zwei Blättern
- διπλό παράθυρο
- Doppelfenster ουδ