στο λεξικό PONS
ενδιαφέρ|ον <-οντος> [ɛnðiaˈfɛrɔn] SUBST ουδ
- ενδιαφέρον για
- Interesse ουδ an +δοτ
- δεν έχω ενδιαφέρον για κάτι
- kein Interesse an einer Sache haben
- δεν έχω ενδιαφέρον για κάτι
- an einer Sache nicht interessiert sein
- έχει ενδιαφέρον (αυτή η υπόθεση)
- es ist interessant
- χωρίς ενδιαφέρον
- interessenlos
- δεν έδειξε ενδιαφέρον για το …
- er hat für das … kein Interesse gezeigt
- δείχνω μεγάλο ενδιαφέρον για κάτι
- großes Interesse für etw zeigen
- με πολύ ενδιαφέρον διάβασα …
- mit großem Interesse las ich …
- προκαλώ το ενδιαφέρον κάποιου
- jds Interesse wecken
- γενικού ενδιαφέροντος
- von allgemeinem Interesse
- αγοραστικό ενδιαφέρον
- Kaufinteresse ουδ
- κύριο/βασικό ενδιαφέρον
- Hauptinteresse ουδ
- έλλειψη θηλ ενδιαφέροντος
- Desinteresse ουδ
- έλλειψη θηλ ενδιαφέροντος
- Interesselosigkeit θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ιδιαζόντως ενδιαφέρον
- hochinteressant
- αγοραστικό ενδιαφέρον
- Kaufinteresse ουδ
- χωρίς ενδιαφέρον
- interessenlos
- προσποιούμαι ενδιαφέρον
- Interesse vortäuschen
- έχει ενδιαφέρον (αυτή η υπόθεση)
- es ist interessant