στο λεξικό PONS
κοροϊδ|εύω <-εψα, -εύτηκα, -εμένος> [kɔrɔiˈðɛvɔ] VERB μεταβ
1. κοροϊδεύω (περιγελώ):
- κοροϊδεύω κάποιον
- sich über jdn lustig machen
2. κοροϊδεύω (χλευάζω):
- κοροϊδεύω
- verspotten
3. κοροϊδεύω (δουλεύω κάποιον):
- κοροϊδεύω
- auf den Arm nehmen
- κοροϊδεύεις τώρα;
- nimmst du mich auf den Arm?
4. κοροϊδεύω (ξεγελώ: στην τιμή κτλ):
- κοροϊδεύω
- hereinlegen