στο λεξικό PONS
υπόσχ|ομαι <-έθηκα, -εμένος> [iˈpɔsxɔmɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
- υπόσχομαι
- versprechen
- υπόσχομαι τον ουρανό με τ' άστρα (σε κάποιον)
- (jdm) das Blaue vom Himmel versprechen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υπόσχομαι τον ουρανό με τ' άστρα (σε κάποιον)
- (jdm) das Blaue vom Himmel versprechen