στο λεξικό PONS
I. χειροτερ|εύω <-εψα> [çirɔtɛˈrɛvɔ] VERB μεταβ
1. χειροτερεύω (κάνω λιγότερο καλό):
- χειροτερεύω
- verschlechtern
2. χειροτερεύω (προκαλώ κακή κατάσταση σε κάτι):
- χειροτερεύω
- verschlimmern
II. χειροτερ|εύω <-εψα> [çirɔtɛˈrɛvɔ] VERB αμετάβ
1. χειροτερεύω (χάνω από ποιότητα):
- χειροτερεύω
- sich verschlechtern
2. χειροτερεύω (επέρχομαι σε κακή κατάσταση):
- χειροτερεύω
- sich verschlimmern
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.