στο λεξικό PONS
αλλιώς [aˈʎɔs] ΕΠΊΡΡ
1. αλλιώς (με άλλον τρόπο):
- αλλιώς
- anders
- πώς αλλιώς;
- wie sonst?
- έτσι κι αλλιώς
- sowieso
2. αλλιώς (διαφορετικά):
- γρήγορα, αλλιώς θα …
- schnell, sonst …
- δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς
- ich konnte nichts anderes machen
- δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, έπρεπε να …
- ich konnte nicht anders, ich musste …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πώς αλλιώς;
- wie sonst?
- γρήγορα, αλλιώς θα …
- schnell, sonst …
- θα το έθετα αλλιώς (θα το έλεγα, θα το διατύπωνα)
- ich würde es anders formulieren
- έτσι κι αλλιώς
- sowieso
- δε γίνεται αλλιώς
- es geht nicht anders