στο λεξικό PONS
I. επ|ιστρέφω <-έστρεψα [ή -ίστρεψα], -ιστράφηκα> [ɛpiˈstrɛfɔ] VERB μεταβ
1. επιστρέφω (δίνω πίσω):
- επιστρέφω
- zurückgeben
2. επιστρέφω (χρήματα: από δημόσια αρχή, από επιχείρηση):
- επιστρέφω
- erstatten, rückerstatten
- θα σας τα επιστρέψουν
- das wird man Ihnen erstatten/rückerstatten
- επιστρέφω 500 ευρώ σε κάποιον
- jdm 500 Euro zurückzahlen
3. επιστρέφω (στέλνω πίσω):
- επιστρέφω
- zurückschicken
- το γράμμα μου επιστράφηκε
- mein Brief ist zurückgekommen, mein Brief wurde zurückgeschickt
4. επιστρέφω (αγορασμένο είδος):
- επιστρέφω
- umtauschen
- τα είδη με έκπτωση δεν επιστρέφονται
- reduzierte Waren sind vom Umtausch ausgeschlossen
II. επ|ιστρέφω <-έστρεψα [ή -ίστρεψα], -ιστράφηκα> [ɛpiˈstrɛfɔ] VERB αμετάβ
επιστρέφω (γυρίζω) VERB αμετάβ:
- επιστρέφω
- zurückkehren
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επιστρέφω στον τόπο του εγκλήματος
- zum Tatort zurückkehren
- επιστρέφω 500 ευρώ σε κάποιον
- jdm 500 Euro zurückzahlen