στο λεξικό PONS
καμαριέρ|ης <-ηδες> [kamaˈri̯ɛris] SUBST αρσ, καμαριέρα [kamaˈri̯ɛra] SUBST αρσ/θηλ (ξενοδοχείου)
- καμαριέρης
- Hotelboy αρσ
- καμαριέρης
- Zimmermädchen ουδ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.