στο λεξικό PONS
διαθήκη [ðiaˈθici] SUBST θηλ ΘΡΗΣΚ
- διαθήκη
- Testament ουδ
- συντάσσω/κάνω διαθήκη
- sein Testament machen
- προσβάλλω μια διαθήκη
- ein Testament anfechten
- αμφισβητώ την εγκυρότητα διαθήκης
- die Gültigkeit eines Testaments bestreiten
- ρίχνω μια διαθήκη οικ
- ein Testament erfolgreich anfechten
- αμοιβαία διαθήκη
- gegenseitiges Testament ουδ
- αρνητική διαθήκη
- Negativtestament ουδ
- δημόσια διαθήκη
- öffentliches Testament ουδ
- ιδιόχειρη διαθήκη
- eigenhändiges Testament ουδ
- Παλαιά/Καινή Διαθήκη
- Altes/Neues Testament ουδ
- δημοσίευση θηλ της διαθήκης
- Veröffentlichung θηλ des Testaments
- εγκυρότητα θηλ της διαθήκης
- Gültigkeit θηλ des Testaments
- εκτέλεση θηλ διαθήκης ΝΟΜ
- Testamentvollstreckung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αμοιβαία διαθήκη
- gegenseitiges Testament ουδ
- αρνητική διαθήκη
- Negativtestament ουδ
- δημόσια διαθήκη
- öffentliches Testament ουδ
- ιδιόχειρη διαθήκη
- eigenhändiges Testament ουδ
- ιδιόγραφη διαθήκη
- eigenhändiges Testament ουδ