στο λεξικό PONS
I. ματώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [maˈtɔnɔ] VERB μεταβ
1. ματώνω (χτυπώντας):
- ματώνω
- blutig schlagen
2. ματώνω (πληγώνω):
- ματώνω
- verwunden
3. ματώνω (τραυματίζω ψυχικά):
- ματώνω
- verletzen
II. ματώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [maˈtɔnɔ] VERB αμετάβ
- μάτωσε η μύτη μου
- meine Nase blutet
- η καρδιά μου ματώνει
- mir blutet das Herz
- ματώνει η ψηχή μου όταν …
- mir blutet das Herz, wenn …
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.