στο λεξικό PONS
I. γρά|φω <έγραψα, -φ(τ)ηκα, -μμένος> [ˈɣrafɔ] VERB μεταβ
1. γράφω:
- γράφω
- schreiben
- τι γράφεις εκεί;
- was schreibst du da?
- πώς γράφεται το όνομά σου;
- wie wird dein Name geschrieben?
- αυτή η λέξη γράφεται με κεφαλαίο
- dieses Wort wird großgeschrieben
2. γράφω (σημειώνω):
- γράφω
- aufschreiben
- γράψ' το για να μην το ξεχάσεις
- schreib es auf, damit du es nicht vergisst
- καλύτερα μην παρκάρεις γιατί θα σε γράψουν
- park besser nicht, sonst bekommst du ein Knöllchen
3. γράφω (είμαι γραμμένος):
- τι γράφει εδώ;
- was steht hier?
4. γράφω (ηχογραφώ):
- γράφω
- aufnehmen
5. γράφω (εγγράφω: σπουδαστή κτλ):
- γράφω
- einschreiben
- γράφω ιστορία μτφ
- Geschichte machen
- γράψ' το καλά στο μυαλό σου!
- merk dir das!
- αν με ξαναδείς, γράψε μου!
- mich siehst du nie mehr wieder!
- γράφω κάποιον/έχω γραμμένο κάποιον στα παλιά μου τα παπούτσια/εκεί όπου δεν πιάνει μελάνη/κανονικά και με το νόμο
- sich um jdn nicht im geringsten scheren
- τον γράφω/τον έχω γραμμένο στ' αρχίδια μου χυδ
- der ist mir scheißegal
- γράφω κάποιον στα μαύρα τα κατάστιχα/στη μαύρη λίστα
- jdn auf die schwarze Liste setzen
- (και) να μας γράφεις (μη μας ξεχάσεις)
- (und) meld dich mal
- (και) να μας γράφεις (ιδιαίτερα ειρωνικά)
- man sieht sich
- γράφω την περιουσία μου σε κάποιον
- jdn sein Vermögen vererben
- ό, τι γράφει δεν ξεγράφει (ό, τι είναι μοιραίο θα γίνει)
- was geschehen soll, wird geschehen
- ό, τι γράφει δεν ξεγράφει (ό, τι έγινε δεν μεταβάλλεται)
- was geschehen ist, ist geschehen
II. γράφομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. γράφομαι (εγγράφομαι):
- γράφομαι
- sich einschreiben
2. γράφομαι (βιβλίο):
- γράφομαι
- geschrieben werden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γράφω ιστορία μτφ (αφήνω εποχή)
- Geschichte machen
- γράφω πρόχειρα (για κατοπινή αντιγραφή)
- etw vorschreiben
- γράφω κάτι ολογράφως
- etw ausschreiben
- εξακολουθώ να ρωτάω/γράφω
- weiterfragen/weiterschreiben
- γράφω ένα μυθιστόρημα
- einen Roman schreiben