στο λεξικό PONS
λυπημέν|ος <-η, -ο> [lipiˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
- λυπημένος
- traurig
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- λυκόχορτο
- λυκόψαρο
- λυμαίνομαι
- λύματα
- λυματολάσπη
- λυπημένος
- λυπηρός
- λύπηση
- λυπούμαι
- λυπώ
- λύρα