στο λεξικό PONS
εκτεταμέν|ος <-η, -ο> [ɛktɛtaˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ και μτφ
- εκτεταμένος
- ausgedehnt
- εκτεταμένη ιδιοκτησία
- ausgedehntes Besitztum ουδ
- εκτεταμένες γνώσεις
- umfassende Kenntnisse θηλ πλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.