στο λεξικό PONS
δυσαρέσκεια [ðisaˈrɛscia] SUBST θηλ
- δυσαρέσκεια
- Missfallen ουδ
- έκφρασε τη δυσαρέσκειά του για …
- er äußerte sein Missfallen über +αιτ
- τα σχέδιά του προκάλεσαν γενική δυσαρέσκεια
- seine Pläne erregten allgemeines Missfallen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επισύρω τη δυσαρέσκεια κάποιου
- jds Unwillen auf sich ziehen
- έκφρασε τη δυσαρέσκειά του για …
- er äußerte sein Missfallen über +αιτ
- τα σχέδιά του προκάλεσαν γενική δυσαρέσκεια
- seine Pläne erregten allgemeines Missfallen