στο λεξικό PONS
υπολογί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ipɔlɔˈjizɔ] VERB μεταβ
1. υπολογίζω (λογαριάζω):
- υπολογίζω
- berechnen
- υπολογίζω λάθος
- sich verrechnen
2. υπολογίζω (συμπεριλαμβάνω):
- υπολογίζω
- mitrechnen
3. υπολογίζω (συγκαταλέγω):
- υπολογίζω μεταξύ +γεν
- zählen zu
4. υπολογίζω (λαβαίνω υπόψη):
- υπολογίζω
- berücksichtigen
5. υπολογίζω (δίνω σημασία):
- υπολογίζω κάποιον/κάτι
- jdm/einer Sache Beachtung schenken
6. υπολογίζω (βασίζομαι, υποθέτω):
- υπολογίζω σε κάποιον
- mit jdm rechnen, auf jdn zählen
- υπολογίζω να …
- damit rechnen, dass …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υπολογίζω να …
- damit rechnen, dass …
- υπολογίζω λάθος
- sich verrechnen
- υπολογίζω σε κάποιον
- mit jdm rechnen, auf jdn zählen
- υπολογίζω κάποιον/κάτι
- jdm/einer Sache Beachtung schenken