στο λεξικό PONS
υγρ|ός <-ή, -ό> [iˈɣrɔs] ΕΠΊΘ
1. υγρός (ρευστός):
- υγρός
- flüssig
2. υγρός (λίγο βρεγμένος, κλίμα):
- υγρός
- feucht
3. υγρός (βρεγμένος):
- υγρός
- nass
4. υγρός ΓΛΩΣΣ:
- υγρός
- liquid
- υγρό σύμφωνο
- Liquida θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υγρός κρύσταλλος
- Flüssigkristall αρσ
- υγρός ρεοστάτης
- flüssiger Rheostat αρσ