στο λεξικό PONS
επηρεά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ɛpirɛˈazɔ] VERB μεταβ
- επηρεάζω
- beeinflussen
- επηρεάστηκε από τον …
- er hat sich vom … beeinflussen lassen
- επηρεάζεται εύκολα
- er lässt sich leicht beeinflussen
- είμαι επηρεασμένος από κάτι
- von etw beeinflusst sein
- επηρεάζω κάτι άμεσα
- unmittelbaren Einfluss auf etw αιτ ausüben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επηρεάζω κάτι άμεσα
- unmittelbaren Einfluss auf etw αιτ ausüben