στο λεξικό PONS
ετήσι|ος <-α, -ο> [ɛˈtisiɔs] ΕΠΊΘ
- ετήσιος
- jährlich, Jahres-
- ετήσια βάση
- Jahresbasis θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ετήσιος απολογισμός ΟΙΚΟΝ
- Jahresbericht αρσ
- ετήσιος λογαριασμός ΛΟΓΙΣΤ
- Jahresabschluss αρσ
- ετήσιος δακτύλιος
- Jahresring αρσ
- ετήσιος ισολογισμός
- Jahresbilanz θηλ
- ετήσιος μισθός
- Jahresgehalt ουδ