στο λεξικό PONS
γεύμα [ˈjɛvma] SUBST ουδ
1. γεύμα (γενικά):
- γεύμα
- Mahlzeit θηλ
- προσκαλώ κάποιον σε γεύμα
- jdn zum Essen einladen
- γεύμα εργασίας
- Geschäftsessen ουδ
- κύριο γεύμα
- Hauptmahlzeit θηλ
2. γεύμα (μεσημεριανό):
- γεύμα
- Mittagessen ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γεύμα ουδ εργασίας
- Geschäftsessen ουδ
- λουκούλλειο γεύμα
- lukullisches Mahl ουδ
- γεύμα εργασίας
- Geschäftsessen ουδ
- κύριο γεύμα
- Hauptmahlzeit θηλ
- προσκαλώ κάποιον σε γεύμα
- jdn zum Essen einladen