στο λεξικό PONS
περιοδικό [pɛriɔðiˈkɔ] SUBST ουδ
- περιοδικό
- Zeitschrift θηλ
- εβδομαδιαίο περιοδικό
- Wochenzeitschrift θηλ
- μηνιαίο περιοδικό
- Monatszeitschrift θηλ
- επιστημονικό περιοδικό
- wissenschaftliche Zeitschrift θηλ
- ηλεκτρονικό περιοδικό
- Online-Magazin ουδ
- ηλεκτρονικό περιοδικό
- E-Magazin ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μηνιαίο περιοδικό
- Monatszeitschrift θηλ
- ηλεκτρονικό περιοδικό
- Online-Magazin ουδ
- ανδρικό περιοδικό
- Männermagazin ουδ
- διμηνιαίο περιοδικό
- Zweimonatszeitschrift θηλ
- εβδομαδιαίο περιοδικό
- Wochenzeitschrift θηλ