στο λεξικό PONS
ανεβ|αίνω <-ηκα, -ασμένος> [anɛˈvɛnɔ] VERB αμετάβ
1. ανεβαίνω (περπατώ προς τα πάνω):
- ανεβαίνω
- hinaufgehen
- ανεβαίνω τρέχοντας
- hochlaufen
- ανεβαίνω τη σκάλα
- die Treppe hinaufgehen
- ανεβαίνω ψηλά (κοινωνικά)
- es zu etwas bringen
2. ανεβαίνω (σε βουνό, κορφή, σκεπή, άλογο):
- ανεβαίνω σε
- steigen auf +αιτ
3. ανεβαίνω (με ασανσέρ, όχημα):
- ανεβαίνω
- hinauffahren
4. ανεβαίνω (στο τρένο, σε όχημα):
- ανεβαίνω σε
- einsteigen in +αιτ
5. ανεβαίνω (αερόστατο):
- ανεβαίνω
- aufsteigen
6. ανεβαίνω (δρόμος):
- ανεβαίνω
- ansteigen
7. ανεβαίνω (τιμές, θερμοκρασία):
- ανεβαίνω
- steigen
8. ανεβαίνω (αυξάνομαι: έξοδα):
- ανεβαίνω
- zunehmen
- ανεβαίνω στα μάτια κάποιου
- in jds Achtung steigen
- ανεβαίνω στο θρόνο
- den Thron besteigen
ανεβαίνω VERB
- ανεβαίνω
- aufsteigen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ανεβαίνω τρέχοντας
- hochlaufen
- ανεβαίνω ψηλά (κοινωνικά)
- es zu etwas bringen
- ανεβαίνω σε ένα βουνό
- einen Berg besteigen, auf einen Berg steigen
- ανεβαίνω στα μάτια κάποιου
- in jds Achtung steigen
- ανεβαίνω τη σκάλα
- die Leiter hochklettern/hinaufklettern