στο λεξικό PONS
βγ|αίνω <-ήκα, -αλμένος> [ˈvjɛnɔ] VERB αμετάβ
1. βγαίνω (πηγαίνω έξω):
- βγαίνω
- hinausgehen
2. βγαίνω (έρχομαι έξω):
- βγαίνω
- herauskommen
3. βγαίνω (σβήνω, ξεκολλώ):
- βγαίνω
- abgehen
- βγήκε το πλαστικό
- das Plastik ist abgegangen
- ο λεκές δε βγαίνει
- der Fleck geht nicht ab
4. βγαίνω (ήλιος):
- βγαίνω
- aufgehen
5. βγαίνω (εκλέγομαι):
- βγαίνω
- gewählt werden
- βγήκε πρόεδρος
- er ist zum Vorsitzenden gewählt worden
6. βγαίνω (δημοσιεύομαι):
- βγαίνω
- erscheinen
7. βγαίνω (προκύπτω):
- βγαίνω
- hervorgehen
- τι βγαίνει απ' αυτό;
- was geht daraus hervor?
8. βγαίνω (φέρνω αποτέλεσμα):
- προσπάθησε χίλιες φορές, αλλά δε βγήκε τίποτα
- er hat es zigmal versucht, aber dabei kam nichts heraus
- κι αν τον ξαναρωτήσουμε, τι θα βγει απ' αυτό;
- was soll schon dabei herauskommen, wenn wir ihn noch einmal fragen?
- δε βγαίνει τίποτα, ας τ' αφήσουμε
- dabei kommt nichts heraus, lassen wir es lieber
9. βγαίνω (αποδείχνομαι):
- βγαίνω
- sich erweisen
- βγήκε ψεύτης
- er hat sich als Lügner erwiesen
10. βγαίνω (μαθεύομαι):
- βγαίνω
- herauskommen
- αν βγει η αλήθεια …
- wenn das herauskommt …
- βγήκαν όλα στη φόρα
- es kam alles heraus
11. βγαίνω (σε υπολογισμό):
- τα λογάριασα, ξέρεις τι βγήκε;
- ich habe es ausgerechnet; weißt du, was herausgekommen ist?
- η εξίσωση δε βγαίνει
- die Gleichung geht nicht auf
12. βγαίνω (είμαι αρκετός):
- απ' αυτό το ύφασμα βγαίνουν δυο παντελόνια
- dieser Stoff reicht für zwei Hosen
13. βγαίνω (οδηγώ):
- πού βγαίνει αυτός ο δρόμος;
- wo führt dieser Weg hin?
- αυτός ο δρόμος δε βγαίνει πουθενά
- dieser Weg führt nirgendwohin
14. βγαίνω (για διασκέδαση):
- βγαίνω
- ausgehen
- απόψε θα βγούμε έξω
- heute Abend gehen wir aus
ιδιωτισμοί:
- βγαίνω πρώτος/τελευταίος
- der Erste/Letzte sein
- βγαίνω στη φόρα (στη δημοσιότητα)
- bekannt werden
- βγαίνω με κάποιον (είμαστε ζευγάρι)
- mit jdm zusammen sein
- βγαίνω από τα ρούχα μου (από θυμό)
- fast explodieren
- βγαίνω νικητής
- als Sieger hervorgehen
- βγαίνω στο σφυρί
- unter den Hammer kommen
- βγαίνω από τα όρια
- zu weit gehen
- μου βγήκε σε καλό
- das war gut für mich
- δε βγαίνω πουθενά μπροστά σε κάποιον
- jdm nicht das Wasser reichen können
- χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει
- jahraus, jahrein
βγαίνω ΡΉΜΑ
- βγαίνω ραντεβού με κάποιον
- mit jdm ausgehen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βγαίνω λάδι (τη γλυτώνω)
- davonkommen
- βγαίνω μονοκούκκι
- einstimmig gewählt werden
- βγαίνω νικητής
- Sieger werden
- βγαίνω πρώτη
- Erste werden
- βγαίνω πρώτος
- Erster werden