στο λεξικό PONS
μέτρι|ος <-α, -ο> [ˈmɛtriɔs] ΕΠΊΘ
1. μέτριος (βαθμός):
- μέτριος
- mittlere(r, s)
2. μέτριος (ούτε μεγάλος ούτε μικρός):
- μέτριος
- mittelgroß
3. μέτριος (όχι πολύ καλός):
- μέτριος
- mittelmäßig
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καφές μέτριος
- leicht gesüßter Mokka αρσ