στο λεξικό PONS
δευτερεύ|ων <-ουσα, -ον> [ðɛftɛˈrɛvɔn] ΕΠΊΘ
- δευτερεύων
- zweitrangig
- έχει δευτερεύουσα σημασία
- es ist von zweitrangiger Bedeutung
- δευτερεύουσα πρόταση ΓΛΩΣΣ
- Nebensatz αρσ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.